
Αισιόδοξα είναι τα πρώτα μηνύματα από τον προγραμματισμό των αεροπορικών θέσεων ,ιδιαίτερα στην Βρετανική αγορά τόνισε ο Πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Ανδρέας Ανδρεάδης, σε συνάντηση που είχε σήμερα με δημοσιογράφους.
Η Ελλάδα παραμένει ένας από τους πιο ασφαλείς προορισμούς της ανατολικής Μεσογείου διατηρώντας εικόνα φυσιολογικής και ήρεμης χώρας σημείωσε ο κ. Ανδρεάδης αλλά θα πρέπει να ενισχύεται συνεχώς η εικόνα της χώρας καθώς υστερεί σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Παράλληλα, το γεγονός ότι οι γειτονικοί προορισμοί είναι ουσιαστικά κλειστοί, δίνεται η ευκαιρία προσέλκυσης μεγαλύτερων μεριδίων. Όσον αφορά, το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, στη συνείδηση των τουριστών, συνεχίζει να συνδέεται με ζητήματα ασφάλειας, οπότε θα πρέπει να ενταχθούν οι προσπάθειές όσον αφορά στην προετοιμασία και στη διαχείριση του ζητήματος. Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στους χώρους υποδοχής και φιλοξενίας των προσφύγων, χρήζει επείγουσας αντιμετώπισης και η ανάγκη να δημιουργηθούν κατάλληλοι χώροι με αξιοπρεπείς συνθήκες για τους ανθρώπους αυτούς είναι επιτακτική πρωτίστως για τους ίδιους και τις τοπικές κοινωνίες και δευτερεύοντος για τους τουριστικούς προορισμούς.
Μεταξύ άλλων , ο κ. Ανδρέαδης επισήμανε πως ο τουρισμός έχει επιδείξει τεράστιες αντοχές σε όλα τα επίπεδα.Το 2016 ήταν ακόμα μια χρονιά που ο τουρισμός αποδείχθηκε σωτήριος για τη χώρα. Όσον αφορά στα έσοδα του κράτους, ένα μεγάλο μέρος των δημόσιων εσόδων και σημαντικό μέρος των εσόδων των Ταμείων, οφείλεται στις εισφορές και τους αυξημένους φόρους που απέδωσαν οι επιχειρήσεις του τουρισμού. Για παράδειγμα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ το τρίμηνο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου ανήλθαν σε 3,4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 354 εκατομμύρια ευρώ ή 12% σε σχέση με το ίδιο διάστημα πέρυσι και υπερέβησαν κατά 221 εκατομμύρια ευρώ τον στόχο του προϋπολογισμού ή 7%.
Παράλληλα, στον τομέα της απασχόληση, ο τουριστικός κλάδος έχει φθάσει σε έμμεση και άμεση απασχόληση τις 800 χιλιάδες, ενώ έχει τη δυναμική να υπερβεί το 1 εκατομμύριο έως το 2021. Η συμμετοχή του τουρισμού στο ΑΕΠ στις περιοχές αυτές, παρά την εποχικότητά του, είναι μεγαλύτερη του 50%: στο Νότιο Αιγαίο είναι 68%, στην Κρήτη 52% και στα Ιόνια 58%.
Τα έσοδα, όμως , σύμφωνα με τον κ. Ανδρεάδη ,δεν θα ακολουθήσουν παράλληλη πορεία με αυτή των αφίξεων. Οι πραγματικοί παράγοντες που επηρέασαν τα έσοδα φέτος είναι, η υπερφορολόγηση, η πανευρωπαϊκή τάση μείωσης της Μέσης Τουριστικής Δαπάνης, ο μειωμένος χρόνος παραμονής στη χώρα μας και οι εκπτώσεις στις οποίες προχώρησαν οι επιχειρήσεις ώστε να μπορέσουν να προσελκύσουν κομμάτι της ζήτησης των πελατών τελευταίας στιγμής.
Είναι γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι τουρίστες μείωσαν την Μέση Δαπάνη τους και αυτό είναι μια τάση η οποία καταγράφεται παντού. Και στην Ισπανία και στην Ιταλία και σε όλους τους ανταγωνιστικούς προορισμούς. Είναι βέβαια πολύ θετικό το γεγονός ότι η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση στην Ελλάδα, έχει διατηρηθεί σταθερή τα τελευταία χρόνια στα 75 ευρώ. Ταυτόχρονα, η αύξηση των τουριστών City Break και η διείσδυση των low cost carriers, έχει ρίξει το μέσο όρο παραμονής από τις 10,7 στις 7,8 ημέρες.
Ακόμη, επισήμανε πως δημιουργούνται δύο ταχύτητες στον ελληνικό τουρισμό και στην ανταγωνιστικότητα τόσο των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων όσο και των περιοχών. Η μια ταχύτητα είναι αυτή των περιοχών και των επιχειρήσεων που προωθούν και διαχειρίζονται ένα επώνυμο (branded) προϊόν, με ολοκληρωμένες εταιρικές διαδικασίες, εξειδικευμένα συστήματα και έντονη εξωστρέφεια. Το πιο ισχυρό και έντονα αναπτυσσόμενο κομμάτι του ελληνικού τουρισμού. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι συνήθως μεγάλες και καλά οργανωμένες, ή είναι μικρές αλλά προσφέρουν διαφοροποιημένες και μοναδικές υπηρεσίες, ενώ οι περιοχές είναι αυτές που έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια υψηλού επιπέδου, εικόνα παγκόσμιου προορισμού.
Η άλλη ταχύτητα είναι αυτή της άγνωστης Ελλάδας με την χαμηλή τουριστική περίοδο και τις χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες πασχίζουν, χωρίς να προσφέρουν κάποιο επώνυμο προϊόν, με λιγοστά μέσα και σχεδόν καθόλου υποστήριξη να επιβιώσουν στον αδυσώπητο ανταγωνισμό και στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες επιχειρηματικότητας της χώρας μας. Αποτελούν το πιο ευάλωτο κομμάτι που δεν έχει επαρκή διέξοδο στην διεθνή αγορά και υποφέρει ακόμα πιο πολύ από την πτώση της εσωτερικής κατανάλωσης στο 1/3, λόγω της οικονομικής κρίσης στη χώρα.