Του Πάρι Τσάρτα, Ομότιμου Καθηγητή Τουριστικής Ανάπτυξης

Το ζήτημα του υπερτουρισμού έχει απασχολήσει την διεθνή βιβλιογραφία και τις μελέτες διαχείρισης τουριστικών προορισμών εδώ και αρκετές δεκαετίες τόσο σε περιπτώσεις Αστικών προορισμών (Βαρκελώνη, Βενετία) όσο και σε περιπτώσεις προορισμών τουρισμού Διακοπών (Μαγιόρκα, Μπαλί, Αμάλφι).

Σε όλες τις περιπτώσεις και σε άλλες που υπήρξαν σε διαφορές περιοχές του κόσμου τα πρόσφατα χρόνια υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής: ο υπερτουρισμός συνδέεται ως έννοια με παρατεταμένη χρονικά και χωρικά παρουσία μεγάλου αριθμού τουριστών και αντίστοιχη σημαντική πίεση σε πόρους και υποδομές του προορισμού -με βάση μετρήσεις και δείκτες επιβάρυνσης- με αποτέλεσμα πολυεπίπεδα προβλήματα στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον.

Τα προβλήματα αυτά απαίτησαν αντίστοιχα πολυσύνθετο σχεδιασμό στην διαχείριση του τοπικού τουριστικού προϊόντος με πολλά αντιφατικά αλλά και ενδιαφέροντα αποτελέσματα για τους προορισμούς (ώριμους και μη).

Στην χώρα μας ιδιαίτερα την τελευταία διετία παρατηρείται μία συστηματικά λανθασμένη χρήση του όρου υπερτουρισμός ο οποίος πλέον χρησιμοποιείται για να περιγράψει οποιαδήποτε αυξημένη – κατά τους γράφοντες – παρουσία τουριστών ή τουριστικής δόμησης ακόμη και εάν αυτή αφορά στην κλασσική τουριστική περίοδο ή σε μικρό τμήμα της πχ κάποιες γιορτινές περιόδους ή Σαββατοκύριακα. Η χρήση του όρου συνδέεται συχνά με πιθανολογούμενες πιέσεις σε περιβαλλοντικούς πόρους (φυσικό περιβάλλον, τοπίο, νερό) αλλά και σε προβληματισμούς κατοίκων ή τουριστών.

Είναι αρχικά προφανές ότι σε όλους τους τουριστικούς προορισμούς – ανεξαρτήτως χαρακτηριστικών, ειδίκευσης ή επιπέδου ανάπτυξης – απαιτείται προσεκτικός και συστηματικός σχεδιασμός ο οποίος συχνά έχει ελλείψεις ή δεν εφαρμόζεται σωστά στην χώρα μας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οριζόντια προβλήματα υπερτουρισμού έχουν εντοπισθεί – και προσθέτω μετρηθεί – σε πολλούς τουριστικούς προορισμούς της χώρας.

Υπάρχουν δε και δεδομένα που μας επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι: οι πολλές προσπάθειες επιχειρήσεων και προορισμών για βιώσιμο τουρισμό, η μείωση της εποχικότητας, η αύξηση της ζήτησης για λιγότερο δημοφιλείς ή παραθαλάσσιους προορισμούς, η σταθερή ένταξη της χώρας στους δημοφιλέστερους προορισμούς τους κόσμου, η δυναμική αύξηση των προορισμών που προσφέρουν πολυσύνθετο προϊόν που δεν συνδέεται μόνον με τον ήλιο και την θάλασσα.

Αυτό όμως που αποτελεί την αναγκαία συνθήκη ώστε μία τέτοια συζήτηση για ένα σημαντικό ζήτημα να γίνεται στο σωστό πλαίσιο είναι η συνειδητοποίηση ότι στον Τουρισμό απαιτείται συμμετοχικός σχεδιασμός και κανείς από τις πολλές εμπλεκόμενες ομάδες συμφερόντων στον Τουρισμό -επιχειρηματίες, τουρίστες, παραθεριστές, εμπειρογνώμονες, τα ΜΜΕ, ΟΤΑ, Κράτος (ιδιαίτερα αυτό)- δεν μπορεί να λειτουργεί ως υπέρτατος κριτής ή επιτήδειος ουδέτερος …

Ο Τουρισμός άλλωστε πρέπει να γίνει πλέον κατανοητό είναι πολύ σημαντικός Τομέας για να τον αγνοούμε ή να τον χειριζόμαστε ερασιτεχνικά.