
Σωτήρια για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, ήταν η αύξηση της τουριστικής κίνησης και των διανυκτερεύσεων στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια (2013-2017) που οδήγησε σε διεύρυνση των εσόδων τους, σύμφωνα με έκθεση της ICAP για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.
Στα δυνατά σημεία του κλάδου είναι το υψηλό επίπεδο της ξενοδοχειακής υποδομής και στα “αγκάθια” του Ελληνικού Τουρισμού, συγκαταλέγονται η μονομερής «εξάρτηση» των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων από τους μεγάλους διεθνείς τουριστικούς οργανισμούς (tour operators) , ο έντονος ανταγωνισμός από γειτονικές μας χώρες και οι πτωχεύσεις τουριστικών οργανισμών του εξωτερικού.
Οι συνολικές αφίξεις ξένων τουριστών εκτιμάται ότι κυμάνθηκαν στο νέο επίπεδο “ρεκόρ” των 26 εκατ. το 2016, παρουσιάζοντας περαιτέρω αύξηση σε σχέση με το 2016.
Αύξηση στον κύκλο εργασιών τους παρουσίασαν και οι τρεις κατηγορίες ξενοδοχείων την περίοδο 2014-2017 (Πολυτελείας, Α και Β κατηγορίας).
Οι ξένοι τουρίστες αποτελούν τον κύριο “πελάτη” για τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της χώρας μας, καθώς πάνω από το 80% του συνόλου των διανυκτερεύσεων στα διάφορα ξενοδοχειακά καταλύματα πραγματοποιούνται από αλλοδαπούς.
Σύμφωνα δε με στοιχεία του 2016, σε όλα τα ξενοδοχειακά καταλύματα της χώρας πραγματοποιήθηκαν σχεδόν 80 εκατ. διανυκτερεύσεις, ενώ η μέση ετήσια πληρότητα όλων των ξενοδοχείων της χώρας ανήλθε σε 50,1% έναντι 49,1% το 2015.
Τα παραπάνω προκύπτουν από την κλαδική μελέτη “Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις” που εκπόνησε η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP Group ΑΕ, η οποία εστιάζει στις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ξενοδοχεία Πολυτελείας, Α και Β κατηγορίας.
Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, Senior Consultant Οικονομικών Μελετών της ICAP Group, ο οποίος επιμελήθηκε της συγκεκριμένης μελέτης, το συνολικό μέγεθος της αγοράς (σε αξία) των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων (Πολυτελείας, Α και Β κατηγορίας) παρουσίασε αύξηση 3% το 2017 σε σχέση με το 2016.
- Τα έσοδα των ξενοδοχείων Πολυτελείας εμφάνισαν αύξηση της τάξης του 3,5% και των ξενοδοχείων Α κατηγορίας αύξηση 4% περίπου.
- Μικρότερη ήταν η αύξηση στα ξενοδοχεία Β κατηγορίας, η οποία διαμορφώθηκε σε ποσοστό της τάξης του 1%.
- Τα ξενοδοχεία Α΄κατηγορίας εκτιμάται ότι κάλυψαν το μεγαλύτερο ποσοστό (44% περίπου) της συνολικής αγοράς το 2017.
H υψηλή θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια κατάταξη τουριστικών προορισμών και το υψηλό επίπεδο της ξενοδοχειακής υποδομής της χώρας μας, αποτελούν δυνατά σημεία του κλάδου.
Στα αδύνατα σημεία συγκαταλέγονται η μονομερής «εξάρτηση» των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων από τους μεγάλους διεθνείς τουριστικούς οργανισμούς (tour operators) και τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα του ελληνικού τουρισμού (εποχικότητα, γεωγραφική συγκέντρωση κλπ.).
Η ανάπτυξη νέων εναλλακτικών μορφών τουρισμού, η προσέλκυση τουριστών από νέες «αναδυόμενες» τουριστικές αγορές, η στοχευμένη διαφημιστική προβολή της χώρας, καθώς και η αναβάθμιση των τουριστικών υποδομών συνιστούν ευκαιρίες για τον κλάδο.
Από την άλλη πλευρά, η κρίση που μαστίζει τον εσωτερικό τουρισμό σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση της χώρας, ο έντονος ανταγωνισμός από γειτονικές μας χώρες και οι πτωχεύσεις τουριστικών οργανισμών του εξωτερικού, αποτελούν απειλές για τον κλάδο των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.
Στα πλαίσια της συγκεκριμένης μελέτης έγινε εκτεταμένη χρηματοοικονομική ανάλυση των επιχειρήσεων του κλάδου βάσει 17 επιλεγμένων αριθμοδεικτών.
Επίσης, συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός για την πενταετία 2012-2016 βάσει δείγματος 47 επιχειρήσεων με διαθέσιμους τους ισολογισμούς ολόκληρης της περιόδου.
Από την ανάλυση του ομαδοποιημένου ισολογισμού προκύπτει σωρευτική αύξηση του συνόλου του ενεργητικού σε ποσοστό 12% περίπου την τελευταία πενταετία, ενώ τα ίδια κεφάλαια εμφάνισαν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της τάξης του 6%.
Οι συνολικές πωλήσεις κατέγραψαν σωρευτική αύξηση περίπου 40% την περίοδο 2012-2016. Αναφορικά με το καθαρό αποτέλεσμα, κέρδη εμφανίζονται την τριετία 2014-2016 έναντι ζημιών τη διετία 2012-2013, ενώ τα κέρδη EBITDA σχεδόν διπλασιάστηκαν.
Από δείγμα 137 ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, ανοδικά κινήθηκε το μέσο περιθώριο μικτού κέρδους την περίοδο 2012-2016, ενώ αντίθετα πτωτικά κινήθηκε το μέσο περιθώριο κέρδους EBITDA τη διετία 2015-2016.